Μετάβαση στο περιεχόμενο

σούβλισα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σούβλισα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω