Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπαθίς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σπαθίς αἱ σπαθίδες
      γενική τῆς σπαθίδος τῶν σπαθίδων
      δοτική τῇ σπαθίδ ταῖς σπαθίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν σπαθίδ τὰς σπαθίδᾰς
     κλητική ! σπαθίς* σπαθίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σπαθίδε
γεν-δοτ τοῖν  σπαθίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπαθίς < σπάθη + -ίς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπαθίς, -ίδος θηλυκό

  1. η σπάτουλα
  2. (ενδυμασία) πυκνά υφασμένο ένδυμα