Μετάβαση στο περιεχόμενο

στείλω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στείλω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω
  2. θα στείλω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω