Μετάβαση στο περιεχόμενο

στεριώσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στεριώσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στεριώνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
  3. θα στεριώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στεριώνω