Μετάβαση στο περιεχόμενο

στεριώσουν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στεριώσουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
  2. θα στεριώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στεριώνω