Μετάβαση στο περιεχόμενο

συζητήσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συζητήσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητώ
  2. θα συζητήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συζητώ