Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμπαρασταθεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συμπαρασταθεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
  3. θα συμπαρασταθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμπαραστέκομαι