Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμπεριληφθείς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συμπεριληφθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
  2. θα συμπεριληφθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι