Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνδικαλιστεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνδικαλιστεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
  3. θα συνδικαλιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνδικαλίζομαι