συννεφιάσει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]συννεφιάσει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
- θα συννεφιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συννεφιάζω