Μετάβαση στο περιεχόμενο

συννεφιάσεις

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συννεφιάσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
  2. θα συννεφιάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συννεφιάζω