Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνταξιοδοτήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνταξιοδοτήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
  3. θα συνταξιοδοτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνταξιοδοτώ