Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνταράξει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνταράξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνταράζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
  3. θα συνταράξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνταράζω