Μετάβαση στο περιεχόμενο

σωθεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σωθεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σώζομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
  3. θα σωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζομαι