Μετάβαση στο περιεχόμενο

σωθώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σωθώ

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
  2. θα σωθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζομαι