Μετάβαση στο περιεχόμενο

σύστησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σύστησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστήνω