τάτσι μίτσι κότσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάτσι μίτσι κότσι < εκ των αλβανικών υποκοριστικών ονομάτων Τάτσης (Τάκης), Μήτσης (Μήτσος) και Κώτσης (Κώτσος)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

τάτσι μίτσι κότσι

  1. με μυστική αλληλεγγύη, συνεργασία
  2. για κάποιους οι οποίοι συμφωνούν και συνεργάζονται με σκοπό να εξυπηρετήσουν τα, συνήθως ύποπτα, κοινά τους συμφέροντα
    τα κάνατε τάτσι μίτσι κότσι για να φάτε την κληρονομιά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]