Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταξιδέψει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ταξιδέψει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
  3. θα ταξιδέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ταξιδεύω