Μετάβαση στο περιεχόμενο

τετραπλασιάσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τετραπλασιάσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
  2. θα τετραπλασιάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τετραπλασιάζω