τετραφθορ-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τετραφθορ- < τετραφθόριο

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

τετραφθορ-, ή τετραφθορο-

  1. (χημεία): πρώτο ή ενδιάμεσο συνθετικό στη ονοματολογία χημικών ενώσεων που δηλώνει την ύπαρξη τεσσάρων ατόμων φθορίου στο μόριο του δεύτερου ή τελικού συνθετικού ή σε άλλο σχετικό με τετραφθόριο ή τετραφθορίδιο, όπως π.χ. τετραφθοράνθρακας, τετραφθορομεθάνιο, τετραφθοροπαράγωγο κ.λπ.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]