Μετάβαση στο περιεχόμενο

τεχνουργήσεις

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τεχνουργήσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
  2. θα τεχνουργήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τεχνουργώ