Μετάβαση στο περιεχόμενο

τοποθετηθεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τοποθετηθεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
  3. θα τοποθετηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τοποθετούμαι