Μετάβαση στο περιεχόμενο

τουαλεταριστείς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τουαλεταριστείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
  2. θα τουαλεταριστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τουαλεταρίζομαι