Μετάβαση στο περιεχόμενο

τουρκοκρατηθώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τουρκοκρατηθώ

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκοκρατούμαι
  2. θα τουρκοκρατηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τουρκοκρατούμαι