τράφικιν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τράφικιν < τράφικινγκ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τράφικιν ουδέτερο άκλιτο
- άλλη μορφή του τράφικινγκ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τράφικιν
|