υπεραμυνθώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

υπεραμυνθώ

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
  2. θα υπεραμυνθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπεραμύνομαι