Μετάβαση στο περιεχόμενο

φάψ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φάψ αἱ φάβες
      γενική τῆς φαβός τῶν φαβῶν
      δοτική τῇ φαβῐ́ ταῖς φαψῐ́(ν)
    αιτιατική τὴν φάβ τὰς φάβᾰς
     κλητική ! φάψ φάβες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φάβε
γεν-δοτ τοῖν  φαβοῖν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
3η κλίση, Κατηγορία 'φλέψ' όπως «φλέψ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φάψ < προελληνική . Συγγενής του φάσσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φάψ, -αβός θηλυκό

Παράγωγα

[επεξεργασία]