Μετάβαση στο περιεχόμενο

φρούρησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

φρούρησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρώ