χαλκέοπλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκέοπλος < χάλκεος + ὅπλον

Επίθετο[επεξεργασία]

χαλκέοπλος, -ος, -ον

  1. εκείνος με τα χάλκινα όπλα

Συνώνυμα[επεξεργασία]