Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρωμάτισα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

χρωμάτισα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω