ψακώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψακώνω < ψακή + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψακώνω

  1. (ιδιωματικό) φαρμακώνω, δηλητηριάζω
    Φαρμάκι άδολο να ιδώ στα χείλη σου θ’αράξω / μακάρι και να ψακωθώ κι ώρα να μη βαστάξω. (Βασίλης Σκουλάς, Μαντινάδα)

Κλίση[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]