Μετάβαση στο περιεχόμενο

аутономија

Από Βικιλεξικό

Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

аутономија (sr) (λατινική γραφή: autonomija) θηλυκό