яйце

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

яйце (bg) ουδέτερο

  1. το αβγό
  2. το ωάριο



Ουκρανικά (uk) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

яйце 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

яйце (uk) ουδέτερο

  1. το αβγό