հայր
Εμφάνιση
Αρμενικά (hy)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- հայր < (διαχρονικό δάνειο) παλαιά αρμενική հայր (hayr) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]հայր (hy) (hayr)
- (οικογένεια) ο πατέρας
հայր (hy) (hayr)