אחווה

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

אחווה (he) (akhváh) θηλυκό

  1. αδελφοσύνη
  2. αδελφότητα