חדש

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

חדש (he) (khadásh) αρσενικό



Αρχαία εβραϊκά (hbo)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

חדש