להעלות

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

להעלות (he) (leha'alót)