קלה

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

קלה (he) (kaláh) θηλυκό

  1. εύκολη
  2. ελαφριά