ἀλίγκιος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἀλίγκιος | ἡ | ἀλιγκίᾱ & ἀλίγκιος |
τὸ | ἀλίγκιον |
| γενική | τοῦ | ἀλιγκίου | τῆς | ἀλιγκίᾱς & ἀλιγκίου |
τοῦ | ἀλιγκίου |
| δοτική | τῷ | ἀλιγκίῳ | τῇ | ἀλιγκίᾳ & ἀλιγκίῳ |
τῷ | ἀλιγκίῳ |
| αιτιατική | τὸν | ἀλίγκιον | τὴν | ἀλιγκίᾱν & ἀλίγκιον |
τὸ | ἀλίγκιον |
| κλητική ὦ! | ἀλίγκιε | ἀλιγκίᾱ & ἀλίγκιε |
ἀλίγκιον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | ἀλίγκιοι | αἱ | ἀλίγκιαι & ἀλίγκιοι |
τὰ | ἀλίγκιᾰ |
| γενική | τῶν | ἀλιγκίων | τῶν | ἀλιγκίων & ἀλιγκίων |
τῶν | ἀλιγκίων |
| δοτική | τοῖς | ἀλιγκίοις | ταῖς | ἀλιγκίαις & ἀλιγκίοις |
τοῖς | ἀλιγκίοις |
| αιτιατική | τοὺς | ἀλιγκίους | τὰς | ἀλιγκίᾱς & ἀλιγκίους |
τὰ | ἀλίγκιᾰ |
| κλητική ὦ! | ἀλίγκιοι | ἀλίγκιαι & ἀλίγκιοι |
ἀλίγκιᾰ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀλιγκίω | τὼ | ἀλιγκίᾱ & ἀλιγκίω |
τὼ | ἀλιγκίω |
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀλιγκίοιν | τοῖν | ἀλιγκίαιν & ἀλιγκίοιν |
τοῖν | ἀλιγκίοιν |
| Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος. Στο θηλυκό γένος απαντά ο τύπος ἀλιγκίη στην ιωνική διάλεκτο. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'δίκαιος' όπως «δίκαιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀλίγκιος < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]ἀλίγκιος, -α/-ος, -ον, [ᾰ]
- όμοιος, παρόμοιος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 6 (Ζ. Ἕκτορος καὶ Ἀνδρομάχης ὁμιλία.), στίχ. 401 (398-401)
- τοῦ περ δὴ θυγάτηρ ἔχεθ᾽ Ἕκτορι χαλκοκορυστῇ. | ἥ οἱ ἔπειτ᾽ ἤντησ᾽, ἅμα δ᾽ ἀμφίπολος κίεν αὐτῇ | παῖδ᾽ ἐπὶ κόλπῳ ἔχουσ᾽ ἀταλάφρονα, νήπιον αὔτως, | Ἑκτορίδην ἀγαπητόν, ἀλίγκιον ἀστέρι καλῷ,
- του πολεμάρχου Έκτορος αυτή ᾽ταν η συμβία | που τότε τον απάντησε με την τροφόν σιμά της, | οπού βαστούσε το μικρό μονάκριβο παιδί της, | τον Εκτορίδην, όμοιον με εύμορφον αστέρα·
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- τοῦ περ δὴ θυγάτηρ ἔχεθ᾽ Ἕκτορι χαλκοκορυστῇ. | ἥ οἱ ἔπειτ᾽ ἤντησ᾽, ἅμα δ᾽ ἀμφίπολος κίεν αὐτῇ | παῖδ᾽ ἐπὶ κόλπῳ ἔχουσ᾽ ἀταλάφρονα, νήπιον αὔτως, | Ἑκτορίδην ἀγαπητόν, ἀλίγκιον ἀστέρι καλῷ,
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 8 (θ. Ὀδυσσέως σύστασις πρὸς Φαίακας.), στίχ. 174 (174-175)
- ἄλλος δ᾽ αὖ εἶδος μὲν ἀλίγκιος ἀθανάτοισιν, | ἀλλ᾽ οὔ οἱ χάρις ἀμφιπεριστέφεται ἐπέεσσιν,
- Κάποιος αντίθετα έχει την ομορφιά των αθανάτων, | όμως δεν τον στολίζει και το χάρισμα του ωραίου λόγου.
- Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ἄλλος δ᾽ αὖ εἶδος μὲν ἀλίγκιος ἀθανάτοισιν, | ἀλλ᾽ οὔ οἱ χάρις ἀμφιπεριστέφεται ἐπέεσσιν,
- ≈ συνώνυμα: ἐναλίγκιος, εἴκελος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 6 (Ζ. Ἕκτορος καὶ Ἀνδρομάχης ὁμιλία.), στίχ. 401 (398-401)
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀλίγκιος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἀλίγκιος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'δίκαιος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δίκαιος' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)