Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀλίγκιος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἀλίγκιος ἀλιγκί
& ἀλίγκιος
τὸ ἀλίγκιον
      γενική τοῦ ἀλιγκίου τῆς ἀλιγκίᾱς
& ἀλιγκίου
τοῦ ἀλιγκίου
      δοτική τῷ ἀλιγκί τῇ ἀλιγκί
& ἀλιγκί
τῷ ἀλιγκί
    αιτιατική τὸν ἀλίγκιον τὴν ἀλιγκίᾱν
& ἀλίγκιον
τὸ ἀλίγκιον
     κλητική ! ἀλίγκιε ἀλιγκί
& ἀλίγκιε
ἀλίγκιον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἀλίγκιοι αἱ ἀλίγκιαι
& ἀλίγκιοι
τὰ ἀλίγκι
      γενική τῶν ἀλιγκίων τῶν ἀλιγκίων
& ἀλιγκίων
τῶν ἀλιγκίων
      δοτική τοῖς ἀλιγκίοις ταῖς ἀλιγκίαις
& ἀλιγκίοις
τοῖς ἀλιγκίοις
    αιτιατική τοὺς ἀλιγκίους τὰς ἀλιγκίᾱς
& ἀλιγκίους
τὰ ἀλίγκι
     κλητική ! ἀλίγκιοι ἀλίγκιαι
& ἀλίγκιοι
ἀλίγκι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀλιγκίω τὼ ἀλιγκί
& ἀλιγκίω
τὼ ἀλιγκίω
      γεν-δοτ τοῖν ἀλιγκίοιν τοῖν ἀλιγκίαιν
& ἀλιγκίοιν
τοῖν ἀλιγκίοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
Στο θηλυκό γένος απαντά ο τύπος ἀλιγκίη στην ιωνική διάλεκτο.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'δίκαιος' όπως «δίκαιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀλίγκιος < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀλίγκιος, -α/-ος, -ον, [ᾰ]