ἄβλαυτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄβλαυτος < α- στερητικό και βλαύτη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄβλαυτος, -ος, -ον
  1. αυτός που δεν φοράει βλαύτη (εμβάδες, σανδάλια), ο ανυπόδητος