Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀμφιτροπῆσιν

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀμφιτροπῆσιν < Ἀμφιτροπή + -σιν

Επίρρημα

[επεξεργασία]

Ἀμφιτροπῆσιν τοπικό