Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐννέα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐννέα < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *ennéwə < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁néwn̥[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /en.né.a/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ἐννέ

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

ἐννέα (ᾰ) άκλιτο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἐννέα (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: εννέα, εννιά

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἐννέα σελ. 427 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.