Μετάβαση στο περιεχόμενο

読む

Από Βικιλεξικό

Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /jo̞mɯ̟/

読む (ja) (kanji) hiragana: よむ, rōmaji: yomu (μεταβατικό), θέμα 読み (よみ, yomi)

  1. διαβάζω, αναγιγνώσκω (κοιτάζω και ερμηνεύω γραπτό κείμενο)
  2. διαβάζω (προφέρω φωναχτά γραπτό κείμενο)
  3. συμπεραίνω, υποθέτω
  4. μετρώ
  • 読む - Ιαπωνοαγγλικό Λεξικό jisho.org (στα αγγλικά)