Μετάβαση στο περιεχόμενο

-ka

Από Βικιλεξικό

Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

-ka (rōmaji) 



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ka (pl)

  1. (υποκοριστικό) δημιουργεί υποκοριστικά γένους θηλυκού
  2. δημιουργεί θηλυκά ουσιαστικά από το αντίστοιχο αρσενικό



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ka (sk)

  1. (υποκοριστικό) δημιουργεί υποκοριστικά γένους θηλυκού
  2. δημιουργεί θηλυκά ουσιαστικά από το αντίστοιχο αρσενικό
  • ka - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ka (cs)

  1. (υποκοριστικό) δημιουργεί υποκοριστικά γένους θηλυκού
  2. δημιουργεί θηλυκά ουσιαστικά από το αντίστοιχο αρσενικό