Armut

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: armut

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Armut 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Armut (de)

  1. η φτώχια