Bürokratie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Bürokratie (de) θηλυκό

  1. γραφειοκρατία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]