COVID-19
Εμφάνιση
Διεθνείς όροι (uni)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Συντομομορφή
[επεξεργασία]- (επιδημιολογία, κορονοϊός, πάθηση) η ασθένεια που προκαλεί ο ιός SARS-CoV-2
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]Χρήσεις σε διάφορες γλώσσες:
- νέα ελληνικά: ※ Σημαντική μείωση του κινδύνου νοσηλείας και θανάτου λόγω της COVID-19 σε άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό επιφέρει η χορήγηση των αντιιικών φαρμάκων στη χώρα μας. (Κορωνοϊός: Εσωσαν ζωές τα αντιιικά φάρμακα, εφημερίδα Καθημερινή, 22/08/2023)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Coronavirus officially named Covid-19, says WHO, BBC News, 11 Φεβρουαρίου 2020