Fahren

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: fahren

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Fahren (de) ουδέτερο