Μετάβαση στο περιεχόμενο

Schildkröte

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Schildkröte die Schildkröten
γενική der Schildkröte der Schildkröten
δοτική der Schildkröte den Schildkröten
αιτιατική die Schildkröte die Schildkröten

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Schildkröte (de) θηλυκό