adoptio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

adoptio (fi)

  1. η υιοθεσία
  2. η υιοθέτηση